Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, η βιοαρχαιολογία, κλάδος της ανθρωπολογίας με αντικείμενο τη μελέτη των φυσικών ή βιολογικών οστεολογικών καταλοίπων του ανθρώπου, έχει πολλά να δώσει σε ανασκαφές με ανθρωπολογικά ευρήματα, όπως αυτά της Αμφίπολης. “Η μελέτη των ανθρωπίνων οστών παρέχει σειρά από πληροφορίες, που αφορούν τόσο την αιτία θανάτου όσο και τον τρόπο ζωής ενός συγκεκριμένου ανθρώπου αλλά και ενός ολόκληρου πληθυσμού”, επισημαίνει στο πρακτορείο η δρ. Αναστασία Παπαθανασίου, αρχαιολόγος της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας με ειδίκευση στη βιοαρχαιολογία.
Μεταξύ αυτών είναι το φύλο, η ηλικία, κάποια ιδιαίτερα μορφολογικά στοιχεία, το ύψος, πιθανές ασθένειες και τραύματα, το βιοτικό επίπεδο, διατροφικές συνήθειες, μετακινήσεις από μία περιοχή σε άλλη.
Για να εκτιμηθούν όμως τα στοιχεία αυτά, πρέπει να ληφθούν υπόψη σειρά από μακροσκοπικές, μικροσκοπικές και χημικές αναλύσεις. Αλλά πριν από όλα πρέπει να γίνει σωστή αποτύπωση. Μετά τον καθαρισμό των οστών το δεύτερο βήμα είναι η μακροσκοπική μελέτη. “Δηλαδή να διαπιστωθούν το φύλο, η ηλικία, το ανάστημα και αν υπάρχουν παθολογικές αλλοιώσεις”, τονίζει η επιστήμονας.
Το τρίτο στάδιο είναι οι χημικές αναλύσεις, με τη ραδιοχρονολόγηση με άνθρακα 14 να έρχεται πρώτη, καθώς μπορεί να προσδιορίσει χρονολογήσεις ευρημάτων με πολύ μικρό εύρος λάθους.
Όσο για τη δυνατότητα προσδιορισμού του DNA, η κ. Παπαθανασίου επισημαίνει πως αυτό “μπορεί να προσδιορίσει συγγενικές σχέσεις ή συγκεκριμένες γενετικές ασθένειες. Άλλο όμως το σύγχρονο DNA, που είναι εύκολο να το απομονώσεις, κι άλλο το αρχαίο και κυρίως το πυρηνικό, στο οποίο υπάρχει μεγάλη επιμόλυνση”.
Τέλος, όσον αφορά το χρόνο που χρειάζεται για την εξαγωγή συμπερασμάτων, αυτό εξαρτάται από το εργαστήριο και το φόρτο εργασίας που μπορεί να έχει και κυμαίνεται από μερικές εβδομάδες έως μερικούς μήνες.